Το Σάββατο 15 Φεβρουραρίου 2025, τέταρτη ημέρα των Γ΄ Καραβαγγελείων, πραγματοποιήθηκε το δεύτερο μέρος της Ιστορικής Διημερίδος με θέμα «Ιουστινιανός και Καστοριά», με τους δύο κεντρικούς ομιλητές των φετινών εκδηλώσεων.
Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο «Λιμναίο» στην Καστοριά, με συντονίστρια την Φιλόλογο και τ. Ευρωβουλευτή δρ. Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου.
Αρχικά, την σημερινή κεντρική συνεδρίαση άνοιξε ο Μητροπολίτης Καστορίας κ. Καλλίνικος με την εναρκτήρια προσευχή.
Εν συνεχεία κάλεσε στο βήμα, τον εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου κ. Βαρθολομαίου, Μητροπολίτη Αυστρίας κ. Αρσένιο, ο οποίος απηύθυνε τον πρώτο χαιρετισμό εκ μέρους του Πρώτου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ακολούθως ο Μητροπολίτης Καστορίας κ. Καλλίνικος, ανέγνωσε τον χαιρετισμό – μήνυμα το οποίο απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος, ο οποίος ευλογεί κάθε χρόνο τις εκδηλώσεις των Καραβαγγελείων, καθώς και του τ. Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκοπίου Παυλόπουλου, ο οποίος ήταν ο πρώτος κεντρικός ομιλητής των Α΄ Καραβαγγελείων το έτος 2022 και στην συνέχεια ο Σεβασμιώτατος έκανε την εισαγωγική σύντομη ομιλία του.
Εν συνεχεία χαιρετισμούς απηύθυναν: η Βουλευτής Καστοριάς κ. Μαρία Αντωνίου, ο Αντιπεριφερειάρχης Π.Ε. Καστοριάς κ. Δημήτριος Σαββόπουλος, ο Δήμαρχος Καστοριάς κ. Ιωάννης Κορεντσίδης, ο Δήμαρχος Άργους Ορεστικού κ. Παναγιώτης Κεπαπτσόγλου, ο εκπρόσωπος του Πρύτανη του Π.Δ.Μ. καθηγητής κ. Γεώργιος Λάππας.
Την εκδήλωση παρακολούθησαν εκτός από τους προαναφερομένους, ο Επίσκοπος Τανάγρας κ. Απόστολος, ο Διοικητής του 15ου ΣΠ «XVΜΠ», Συνταγματάρχης Θωμάς Γεωργιάδης, ως εκπρόσωπος του Αρχηγού του Γενικού Επιτελίου του Στρατού Αντιστράτηγου κ. Γεωργίου Κωστίδη, η διευθύντρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Καστοριάς κ. Ευγενία Μαρνέρη, ο διευθυντής της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Καστοριάς κ. Αναστάσιος Ξανθόπουλος, ο τ. Βουλευτής κ. Ζήσης Τζηκαλάγιας άλλοι εκπρόσωποι φορέων, της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής, καθηγητές, μαθητές και φοιτητές και πλήθος κόσμου που γέμισαν την αίθουσα συνεδριάσεως.
Πρώτος ομιλητής ήταν ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, με θέμα «Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού».
Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος είπε, ότι ο ύμνος «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού» που ψάλλεται κατά την θεία Λειτουργία είναι η περίληψη της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και των αποφάσεων των πέντε πρώτων Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων γίνονται προσευχή, ποίηση, τροπάρια, μουσική και δοξολογία στον Θεό και τελικά σωτηρία .
Η πατρότητα του ύμνου αυτού, κατά την παράδοση της Εκκλησίας, ανήκει στον Ιουστινιανό Αυτοκράτορα της Χριστιανικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Ο Ιουστινιανός δεν ήταν θεωρητικός θεολόγος, αλλά εμπειρικός, αφού ζούσε με νηστεία και προσευχή και αποκλήθηκε «ακοίμητος».
Ο Ιουστινιανός έκτισε τον Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη που είναι η Σοφία και ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, και αυτός συνέθεσε τον ύμνον «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού» ως έναν «ζωντανό Ναό της Αγίας Σοφίας» που ψάλλεται μέσα στην θεία Λειτουργία.
Για να δούμε την αξία του ύμνου αυτού πρέπει να εξετάσουμε την διαφορά μεταξύ των φιλοσοφούντων αιρετικών και των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι πρώτοι, δηλαδή οι φιλοσοφούντες θεολόγοι, θεολογούσαν με βάση τις αρχές της Ελληνικής φιλοσοφίας, και μάλιστα της Αριστοτελικής φιλοσοφίας, ενώ οι δεύτεροι, δηλαδή οι Πατέρες, θεολογούσαν με βάση την αποκαλυπτική εμπειρία, χρησιμοποιώντας την Ελληνική γλώσσα.
Ο ύμνος αυτός διαιρείται σε τέσσερεις ενότητες.
Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στην Θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού αφού «ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού», είναι «αθάνατος».
Η δεύτερη ενότητα αναφέρεται στην ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού που καταδέχθηκε «διά την ημετέραν σωτηρίαν» να σαρκωθή από την «αγίαν Θεοτόκον και αειπαρθένον Μαρίαν», «ατρέπτως», χωρίς να αλλοιωθή η θεία φύση Του.
Η τρίτη ενότητα αναφέρεται στην Τριαδικότητα του Θεού, αφού ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι «εις της Αγίας Τριάδος» και συνδοξάζεται με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα.
Η τέταρτη ενότητα είναι παράκληση και ικεσία στον Χριστό να μας σώσει: «σώσον ημάς». Η σωτηρία μας δεν είναι φιλοσοφικής, μυστικιστικής και βουδιστικής φύσεως, αλλά Χριστοκεντρικής που επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία διά της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως σε συνδυασμό με τα Μυστήρια.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο Ιουστινιανός μαζί με την ανοικοδόμηση του Ναού της Αγίας Σοφίας μας χάρισε και τον θεόπνευστον αυτόν ύμνον, «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού» που είναι μια ζωντανή Αγία Σοφία.
Οι σημερινοί άρχοντες δεν κυβερνούν τον λαό με την θεολογία, αλλά με την κοινωνιολογία, την οικονομία και την κοινωνική πολιτική, όπως το επιβάλλουν οι σύγχρονοι καιροί. Εμείς, όμως μέσα στην θεία Λειτουργία ζούμε την παράδοσή μας που είναι γεμάτη ζωή, φως, δόξα, έχει νόημα ζωής, και γινόμαστε θεούμενοι, ψάλλουμε θριαμβευτικά τον ύμνον αυτόν, ποίημα του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού, όρθιοι, προσευχόμενοι και τον ευγνωμονούμε για το δώρο του.
Δεύτερος ομιλητής, ήταν ο Καθηγητής Γλωσσολογίας, τ. Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων και τ. Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, με θέμα: «Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Ελληνικής Γλώσσας»
Ο κ. Καθηγητής στην ομιλία του είπε ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε εκτιμήσει στην πραγματική του διάσταση το γεγονός της οικουμενικής παρουσίας, του κύρους και της αίγλης που χαίρει η ελληνική γλώσσα ευρύτερα στον κόσμο. Δεν έχει εκτιμηθεί, κατ’ επέκταση, τι γόητρο πολιτισμικό και τι αναγνώριση ευρύτερης σημασίας έχει αποκτήσει η Ελλάδα ανά τους αιώνες χάρις στην ελληνική γλώσσα.
Η Ελληνική, στην μετακλασική περίοδο με τον Αλέξανδρο, υπήρξε η πρώτη παγκόσμια γλώσσα, γλώσσα των συναλλαγών πολλών λαών (lingua franca) και συγχρόνως γλώσσα πολιτισμική. O Γερμανός βυζαντινολόγος Karl Krumbacher γράφει: «η ζώσα ελληνική κοίνή γλώσσα των αλεξανδρεωτικών και ρωμαικών χρόνων […] εξετέλει έργον παγκοσμίου γλώσσης».
Οι Έλληνες υπήρξαν οι ίδιοι οι πρώτοι μελετητές της ελληνικής και, γενικότερα, της ανθρώπινης γλώσσας σε συνδυασμό με το ότι η ανάλυση της ελληνικής γλώσσας από τους αρχαίους γραμματικούς και φιλοσόφους απετέλεσε (μέσω της Λατινικής) την βάση της ανάλυσης όλων των μετέπειτα γλωσσών.
Η οικουμενικότητα της Ελληνικής δεν είναι άσχετη προς το κύρος που απέκτησε διεθνώς η Ελληνική ως γλώσσα της Χριστιανοσύνης: ως η γλώσσα της Kαινής Διαθήκης, η γλώσσα των μεγάλων Πατέρων της Xριστιανικής Εκκλησίας και, καθόλου λιγότερο, ως η κατ’ εξοχήν γλώσσα της υμνογραφίας και της εκκλησιαστικής λατρείας (Θείας Λειτουργίας).
Η Ελληνική συνδέεται επίσης με την ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Εβδομήκοντα για τις ανάγκες των ιουδαικών κοινοτήτων της Ανατολής που ήταν ελληνόφωνες εκείνη την εποχή.
Η διάσημη μελετήτρια της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού, η Γαλλίδα καθηγήτρια Jaqueline de Romilly έχει πεί: […] Η Αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω ακόμη μια φορά ότι είναι οικουμενική».
Οι εκδηλώσεις των Γ’ Καραβαγγελείων θα συνεχιστούν αύριο Κυριακή «του Ασώτου», με το Αρχιερατικό Συλλείτουργο προεξάρχοντος του εκπροσώπου του Οικουμενικού μας Πατριάρχου, το Αρχιερατικό Μνημόσυνο στον θρυλικό Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και σε όλους τους μακαριστούς Μητροπολίτες Καστορίας, και κατάθεση στεφάνων στο ψηφιδωτό μνημείο του Γερμανού Καραβαγγέλη.


